Ανοιξιάτικες αλλεργίες

 

Εποχιακά αλλεργικά νοσήματα

Διάγνωση και ειδική ανοσοθεραπεία

του Αντώνη Παπακωνσταντίνου*
 
Η άνοιξη για τους περισσότερους ανθρώπους είναι πηγή χαράς και ευχάριστων συναισθημάτων. Υπάρχουν όμως και κάποιοι (και δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητος ο αριθμός τους), που δεν θέλουν να έρχεται ποτέ αυτή η εποχή!
 
Γιατί μαζί με τα χρώματα της λουλουδιασμένης φύσης αρχίζουν και τα συμπτώματά τους, που ποικίλουν από δερματικά εξανθήματα, ερεθισμό στα μάτια (αλλεργική επιπεφυκίτιδα), φταρνίσματα και βουλωμένη μύτη με εκκρίσεις (αλλεργική ρινίτιδα), βήχα, σφύριγμα ή και δυσκολία στην αναπνοή (αλλεργικό άσθμα).
 
Ένας ασθενής μπορεί να έχει μόνο επιπεφυκίτιδα ή μόνο ρινίτιδα ή μόνο άσθμα ή μόνο δερματίτιδα. Μπορεί όμως να εμφανίζει και συνδυασμό 2 ή 3 ή και όλων αυτών των καταστάσεων.
 
Μπορεί κάποιος να πιθανολογήσει τη διάγνωση μόνο από το ιστορικό (ο άρρωστος εμφανίζει κάθε άνοιξη κάποια ή όλα τα συμπτώματα που αναφέραμε). Αυτό είναι αρκετό για να του δώσουμε κάποια φάρμακα.  Αντίθετα αν πρόκειται να υποβληθεί σε ειδική ανοσοθεραπεία (βλ. παρακάτω) η διάγνωση πρέπει να επιβεβαιωθεί.
 
Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο ασθενής μας πάσχει πράγματι από αλλεργία;
 
Ο πιο παλιός τρόπος διάγνωσης της αλλεργίας είναι τα αλλεργικά δερματικά τεστ. Πρόκειται για μέθοδο που χρησιμοποιείται ακριβώς ένα αιώνα (από το 1911) σύμφωνα με την οποία γίνεται μια σειρά νυγμών με βελόνα στην επιδερμίδα του εξεταζόμενου. Σε κάθε τσίμπημα τοποθετείται μια σταγόνα διαλύματος κάποιας ύποπτης για εμφάνιση αλλεργίας ουσίας (αλλεργιογόνο) και παρατηρούμε αν στο σημείο αυτό παρουσιαστεί ερεθισμός του δέρματος. Για να έχουν αξιοπιστία τα δερματικά τεστ απαιτείται να μην υπάρχουν δερματικές βλάβες και ο ασθενής να έχει διακόψει κάποιες ημέρες τα αντιαλλεργικά φάρμακα.
 
Στο τέλος της 10ετίας του 1960 βρέθηκε πως η αλλεργία προκαλείται από αντισώματα που κατατάσσονται στην τάξη της ανοσοσφαιρίνης Ε (IgE). Η μέτρηση όμως της ολικής IgE δεν μπορεί να διαχωρίσει με ασφάλεια ένα αλλεργικό από ένα μη-αλλεργικό άτομο.
 
Από το 1974 μετρείται εργαστηριακά η ειδική για κάθε αλλεργιογόνο IgE με τη μέθοδο RAST. Η μέθοδος όμως είναι χρονοβόρα και δαπανηρή και δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι έχουν ελεγχθεί όλα τα πιθανά αλλεργιογόνα.
 
Η τελευταία πρόοδος στη διάγνωση της αλλεργίας συντελέστηκε μετά το 2000 με την εμφάνιση νέων διαγνωστικών εξετάσεων, που απλοποίησαν τη διάγνωση. Έτσι σήμερα η διάγνωση της ανοιξιάτικης αλλεργίας μπορεί τα τεθεί με βεβαιότητα με τη χρήση της εξέτασης Phadiatop ή της νεώτερης IAST (inhalation allergy screen test). Ενδεικτικά το IAST απαιτεί τη λήψη μόνο 0,50 ml αίματος και κοστίζει σε ένα κεντρικό εργαστήριο 39 ευρώ.
 
Αναφερθήκαμε πιο πάνω ότι η οριστική διάγνωση της αλλεργίας είναι απαραίτητη αν πρόκειται να ακολουθήσει ειδική ανοσοθεραπεία.
 
Τι ακριβώς είναι η ανοσοθεραπεία;
 
Όταν με τις ειδικές εξετάσεις διαπιστωθούν με βεβαιότητα τα αίτια που προκαλούν τα συμπτώματα της αλλεργίας (αλλεργιογόνα), χορηγούνται στον ασθενή με υποδόριες ενέσεις διαλύματα αυτών των αλλεργιογόνων για χρονικό διάστημα 3-5 χρόνων. Εννοείται ότι επειδή κάθε άτομο έχει ευαισθησία σε συγκεκριμένες ουσίες το διάλυμα του αλλεργιογόνου (ανοσοτροποποιητικό εμβόλιο) παράγεται από το εργοστάσιο για το συγκεκριμένο ασθενή. Η ανοσοθεραπεία είναι ανεξάρτητη της φαρμακευτικής θεραπείας και ουσιαστικά είναι η μόνη αγωγή που έχει πετύχει μακροχρόνια ύφεση των συμπτωμάτων ή και οριστική ίαση της νόσου. Στο τέλος του 20ου αιώνα παρουσιάστηκε και νέα μορφή ανοσοθεραπείας με υπογλώσσια χορήγηση του αλλεργιογόνου, δεν υπάρχουν όμως επαρκή στοιχεία αν είναι εξ ίσου αποτελεσματική με την ενέσιμη θεραπεία.
 
*Ο Α. Παπακωνσταντίνου είναι γιατρός πνευμονολόγος με μετεκπαίδευση στην αλλεργία και την πρωτεωμική.
 
(Δημοσιεύθηκε: 23/3/2011)