Λεξικό Α - Κ

#

Βέτο (veto, αρνησικυρία): Στη διεθνή χρήση το λατινικό ρήμα veto σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω μιαν ενέργεια.  Η έννοια veto power έχει δόκιμα αποδοθεί στα ελληνικά ως δικαίωμα αρνησικυρίας και σημαίνει το δικάιωμα ή την ικανότητα παρεμπόδισης ή αποτροπής μιας ενέργειας.  Συνεπώς το βέτο είναι η νομική δυνατότητα που έχει δοθεί σε ένα δημόσιο όργανο ή στα μέλη ενός δημόσιου οργάνου να επιβάλλουν έναν απόλυτο ή κατάλληλο φραγμό στη δράση του οργάνου αυτού ή άλλου οργάνου ή των μελών του.
1. Στο εσωτερικό δημόσιο δίκαιο το βέτο σημαίνει συνήθως την αναγνωριζόμενη από το νόμο και σύμφωνα με αυτόν ασκούμενη αντίρρηση ενός εκτελεστικού οργάνου να επικυρώσει νομοσχέδια που έχουν ψηφισθεί από ένα νομοθετικό σώμα, επιτυγχάνοντας έτσι τη ματαίωση της εφαρμογής τους ή την αναβολή της ισχύος τους.  Κατά το ισχύον Σύνταγμα της Ελλάδος (άρθρ. 42) «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει και δημοσιεύει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή». Με το ίδιο άρθρο του παρέχεται περιορισμένο αναβλητικό βέτο: «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από αυτή, εκθέτοντας και τους λόγους της αναπομπής».  Στην περίπτωση αυτή αν το νομοσχέδιο «επιψηφιστεί και πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών… ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας το εκδίδει και το δημοσιεύει υποχρεωτικά μέσα σε δέκα ημέρες από την επιψήφισή του».

2. Ο όρος έχει προσλάβει ειδικό νόημα στη δικονομία των Ηνωμένων Εθνών.  Το δικαίωμα βέτο σημαίνει εδώ την εξουσία που έχει ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας να εμποδίζει τον Οργανισμό να προβεί σε ενέργειες, τις οποίες αλλιώς θα μπορούσε έγκυρα να επιχειρήσει.

3. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης μεταφορικά για κάθε πράξη με την οποία μια Υπηρεσία ή ένα όργανο της Κυβέρνησης ματαιώνει ή αναβάλλει την εφαρμογή μιας απόφασης μιας άλλης υπηρεσίας ή οργάνου.

4. Σ’ ευρύτερη ακόμα εφαρμογή, ο όρος χρησιμοποιείται μερικές φορές για να υποδηλώσει την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση της δράσης ενός ατόμου ή ομάδας, την οποία πετυχαίνει ένα άλλο άτομο ή ομάδα.

Μερικοί συγγραφείς διαστέλλουν μεταξύ του κανόνα της ομοφωνίας και του βέτο.  Ο κανόνας της ομοφωνίας ορίζει: «Χωρίς τη συγκατάθεσή μου η απόφασή σας δεν με δεσμεύει».  Το βέτο ορίζει: «Χωρίς τη συγκατάθεσή μου δεν υπάρχει καν απόφαση».

Δημοκρατία:  Η δημοκρατία είναι μορφή πολιτεύματος στην οποία η διαμόρφωση της βούλησης της κοινότητας συντελείται από τη βούληση του συνόλου των ατόμων που την απαρτίζουν.  Στην πιο περιορισμένη έννοιά του ο ορος σημαίνει την ευχέρεια που έχουν οι πολίτες ενός κράτους να συμμετέχουν ανεμπόδιστα στις πολιτικές αποφάσεις που επιδρούν στην προσωπική και συλλογική ζωή τους.

Αν εξετασθεί η δημοκρατία ως θεωρία διακυβέρνησης υπάρχουν δύο κύριες αντιλήψεις, οι οποίες όμως

στην πράξη μπορούν ν’ αποβούν αντίθετες.  Η πρώτη αντίληψη υπογραμμίζει την υπακοή που οφείλεται στη θέληση του λαού και η δεύτερη την ανεμπόδιστη συμμετοχή κάθε ατόμου στη διαμόρφωση αυτής της θέλησης.

Η θέληση μπορεί να εκφρασθεί είτε δια μέσου της αμιγούς ή «άμεσης» δημοκρατίας – όπως συνέβαινε στο παρελθόν στην εκκλησία του δήμου της αρχαίας Αθήνας ή στη συγκέντρωση των κατοίκων της Νέας Αγγλίας ή και σήμερα ακόμα σε κάποια καντόνια της Ελβετίας, όπου όλοι οι πολίτες παίρνουν οι ίδιοι τις αποφάσεις- είτε δια μέσου της «αντιπροσωπευτικής» δημοκρατίας, στην οποία ο λαός εκλέγει αντιπροσώπους για ν’ αποφασίζουν αυτοί στο όνομά του.

Την υποχρέωση υπακοής στη λαϊκή θέληση δέχονται όσοι υπογραμμίζουν την ελεύθερη συμμετοχή στις αποφάσεις, εφ’ όσον γίνονται σεβαστές οι ατομικές ελευθερίες (βλ. λέξη) της μειοψηφίας, ώστε να έχουν τα μέλη της μειοψηφίας την ευχέρεια να προσπαθούν να καταστούν πλειοψηφία.  Στην πιο ευρεία και πιο πρόσφατη χρήση του όρου γίνεται δεκτό ότι η πολιτική δημοκρατία είναι πλήρης όταν εφαρμόζεται σε όλες τις κοινωνικές δομές όπως είναι οι εργατικές ενώσεις (βλ. λέξη) αλλά και οι οικογένειες.

Στην πράξη τα παραπάνω χαρακτηριστικά συχνά αλλοιώνονται με την επίκληση της volonté générale (γενική θέληση) του Rousseau, των συμφερόντων της εργατικής τάξης, των επιταγών της θρησκείας ή της μυστικιστικής έκφρασης του έθνους (εθνικοσοσιαλισμός).  Έτσι προέκυψαν νέοι όροι όπως λαϊκή δημοκρατία, ισλαμική δημοκρατία κλπ.  Όμως αυτές οι μορφές διακυβέρνησης δεν αποτελούν πολιτική δημοκρατία κατά τη σύγχρονη Δυτική αντίληψη.

Απέναντι στις απόψεις αυτές η Δυτική αντίληψη της δημοκρατίας έχει τονίσει την ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου και την υποχρέωση υπακοής στο νόμο που εκφράζει την πλειοψηφία, υπό τον όρο ότι ισχύει η καθολική και μυστική ψηφοφορία, ότι διεξάγονται τακτικά εκλογές με συμμετοχή περισσοτέρων του ενός κομμάτων και ότι υπάρχει ελευθερία του λόγου, του τύπου, της θρησκείας καθώς και άλλες ατομικές ελευθερίες.  Διαδεδομένη εξ άλλου είναι και η αντίληψη ότι για να μπορούν οι δημοκρατικοί τύποι να εφαρμοστούν στο ουσιαστικό τους περιεχόμενο, πρέπει να υπάρχει, ως ένα τουλάχιστον βαθμό, γενική παιδεία και αν όχι οικονομική ευημερία, πάντως όμως έλλειψη εκτεταμένης φτώχειας (πρβλ. S.M. Lipset, Political Man, Garden City, N.Y., Doubleday, 1960).

Διαλεκτικός υλισμός: Ο όρος διαλεκτικός υλισμός (dialectical materialism) υποδηλώνει τη φιλοσοφία, που αποτελεί το υπόστρωμα του Μαρξισμού.  Αποκαλείται διαλεκτικός γιατί αποτελεί εξέλιξη της διαλεκτικής του Γερμανού φιλόσοφου Hegel.  Οι ομοιότητες που παρουσιάζει με την Εγελιανή φιλοσοφία συνίστανται (α) στην έμφαση που δίνεται στην ενοποίηση της αντίθεσης και τη σχετικότητα της αλήθειας και (β) στη διατύπωση της άποψης ότι η ιστορία προοδεύει μέσα από τις αντινομίες που ενυπάρχουν σ’ ένα σύστημα, το οποίο περιοδικά χρειάζεται μια λίγο έως πολύ βίαιη αναδιοργάνωση ή σύνθεση.

Σε κάθε περίπτωση ο Marx απέρριψε τον ιδεαλισμό του Hegel και τον ιστορικό ρόλο που απέδιδε ο Hegel στους ήρωες, τον εθνικισμό κλπ.  Σύμφωνα με τη Μαρξιστική άποψη η εξέλιξη της κοινωνίας καθορίζεται βασικά από οικονομικούς παράγοντες, οι οποίοι σχεδόν εξ ολοκλήρου δεν υπάγονται στο συνειδητό έλεγχο των ανθρώπων.

Ο ίδιος ο Marx γράφει για το θέμα αυτό στον Πρόλογο της 2ης Γερμανικής έκδοσης του βασικού του έργου «Το Κεφάλαιο»:

“Η διαλεκτική μου μέθοδος δεν είναι απλώς διαφορετική από την Εγελιανή, αλλά είναι η ακριβώς αντίθετή της.  Για τον Hegel η βιωτική διαδικασία του ανθρώπινου εγκέφαλου… είναι η δημιουργός (demiurgos) του πραγματικού κόσμου και ο πραγματικός κόσμος δεν είναι παρά μόνο η εξωτερική, φαινομενική μορφή της «Ιδέας».  Για μένα αντιθέτως ο ιδανικός δεν είναι τίποτε άλλο από τον υλικό κόσμο, όπως αντανακλάται από τον ανθρώπινο νου και μεταφράζεται σε μορφές σκέψης.  Η διαλεκτική του Hegel στέκεται με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω.  Πρέπει να την αναποδογυρίσετε στη σωστή της θέση για να βρείτε το λογικό πυρήνα μέσα από το μυστικιστικό περίβλημα”.

Διαφθορά (φαυλότητα).  Στη δημόσια ζωή διαφθορά (corruption) είναι η χρήση της δημόσιας εξουσίας είτε για ιδιωτικό κέρδος, προαγωγή ή γόητρο, είτε προς όφελος μιας ομάδας ή τάξης, κατά τρόπο που ν’ αποτελεί παράβαση του νόμου ή των κανόνων ηθικής συμπεριφοράς.

Η διαφθορά περικλείει παράβαση δημοσίου καθήκοντος ή απομάκρυνση από τους κανόνες ηθικής με αντάλλαγμα (ή με προσδοκία) προσωπικού οικονομικού κέρδους, ισχύος ή γοήτρου.  Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να είναι παράνομη, μπορεί όμως να αποτελεί απομάκρυνση από τους ηθικούς κανόνες χωρίς παράβαση του νόμου.

Ο βρετανικός νόμος περί Διαφθοράς και Παρανόμων μεθόδων του 1833, που έκτοτε αντιγράφηκε από πολλές χώρες σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αποτελεί την πρώτη ουσιαστική θεσμική κατοχύρωση της κοινωνίας έναντι της διαφθοράς.

Ο νόμος αυτός ορίζει και τιμωρεί την επίψογη συμπεριφορά κατά τις εκλογές π.χ. τη μεροληπτική στάση εφορευτικών επιτροπών, τη δωροδοκία αξιωματούχων του δημοσίου, τη νόθευση δημοσίων εγγράφων, το σφετερισμό δημοσίων κεφαλαίων και τη δόλια πώληση δημοσίων κτημάτων ή άλλων φυσικών πόρων.

Υπάρχουν όμως και περιστατικά, που μπορεί να μη συνιστούν πάντα παρανομίες, όμως αποτελούν τυπικά παραδείγματα διαφθοράς.  Τέτοια είναι η ευνοιοκρατία (φαβοριτισμός – favouritism) κατά τις προσλήψεις, τις προαγωγές ή την κατάρτιση συμβάσεων, η εύνοια κατά την εφαρμογή κανονισμών, η παροχή σε φίλους πληροφοριών βάσει των οποίων τα πρόσωπα αυτά μπορούν να αποκομίσουν οφέλη και η παροχή προστασίας σε ορισμένα ταξικά συμφέροντα.

Δικτατορία:  Μορφή διακυβέρνησης κατά την οποία ένα άτομο ή μια μικρή φατρία ασκεί αυταρχικά τον έλεγχο του κράτους.

Στην αρχαία Ρώμη ο δικτάτωρ (dictator) αποκτούσε, διοριζόμενος από τον ένα από τους δύο υπάτους, απόλυτη εξουσία για μια περίοδο έξι μηνών σε εποχή έκτακτης ανάγκης.

Οι δικτάτορες της νεώτερης ή σύγχρονης εποχής είτε αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση σε καταστάσεις έκτακτες και κρίσιμες για την ύπαρξη του κράτους, είτε γίνονται κύριοι της εξουσίας επωφελούμενοι πολιτικών, οικονομικών ή κοινωνικών αναστατώσεων για να εγκαθιδρύσουν μια μόνιμη, αυταρχική και, συνήθως, δεσποτική ηγεμονία.  Οι σύγχρονοι δικτάτορες έχουν το αρχέτυπό τους περισσότερο στους τυράννους της αρχαιότητας παρά στους δικτάτορες της Ρώμης.

Γενικά για να χαρακτηρισθεί μια μορφή εξουσίας ως δικτατορία πρέπει να εκπληρώνει τρεις τουλάχιστον από τις ακόλουθες οκτώ προϋποθέσεις:  (α) έλλειψη νόμων ή εθίμων, βάσει των οποίων ο ασκών (ή οι ασκούντες) την εξουσία μπορούν να κληθούν να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους ή να καθαιρεθούν, (β) έλλειψη περιορισμών στην έκταση άσκησης της εξουσίας, (γ) απόκτηση της υπέρτατης εξουσίας κατά παράβαση της υφιστάμενης νομοθεσίας, (δ) ανυπαρξία ρυθμίσεων ομαλής διαδοχής, (ε) χρήση της εξουσίας προς όφελος μιας περιορισμένης ομάδας, (στ) υπακοή των υπηκόων, οφειλόμενη μόνο στο φόβο, (ζ) συγκέντρωση της δύναμης στα χέρια ενός ανθρώπου, (η) χρήση τρομοκρατίας.

Εργατική Ένωση:  Στα Ελληνικά οι όροι εργατική ένωση, εργατικό σωματείο, (εργατικό) συνδικάτο και συνδικαλιστική οργάνωση είναι συνώνυμοι.  Οι αντίστοιχοι όροι στα Αγγλικά είναι labour union ή trade union.  Ο όρος όμως συνδικαλισμός (syndicalism) στις κοινωνικές επιστήμες έχει ειδικότερη σημασία (βλ. λέξη)

Η ακριβής διαμόρφωση των εργατικών ενώσεων ποικίλλει από χώρα σε χώρα, υπάρχει όμως γενική συμφωνία όσον αφορά στο νόημα του όρου.  Ένας από τους πρώτους ορισμούς, ο οποίος είναι αποδεκτός για χρήση από μη νομικούς έχει διατυπωθεί το 1920 από το ζεύγος S. και B. Webb: «Εργατική ένωση (tradeunion)… είναι ένας διαρκής σύνδεσμος των μισθοσυντήρητων, που αποβλέπει στη διατήρηση ή τη βελτίωση των συνθηκών της εργασιακής ζωής τους».  Ο ορισμός αυτός θα ήταν πληρέστερος και θα περιλάμβανε όλους τους εργαζόμενους αν ως «μισθοσυντήρητοι» εννοηθούν όλοι όσοι πωλούν την εργασία τους, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αμείβονται και αν η έκφραση «συνθήκες της εργασιακής ζωής τους» αντικατασταθεί με το «βιοτικό επίπεδο» (V.L. Allen).

Η ακρίβεια του παραπάνω ορισμού ελέγχεται με τα εξής κριτήρια:

(1)  Το πρώτο είναι το κριτήριο της διάρθρωσης.  Η εργατική ένωση πρέπει να έχει μόνιμη οργανωτική δομή (σωματείο, συνδικάτο κλπ.).  Αντίθετα οι περιστασιακές ενώσεις, όπως είναι οι απεργιακές επιτροπές, που διαλύονται όταν εκλείψει ο σκοπός για τον οποίο συστήθηκαν δεν αποτελούν καθαυτές εργατικές ενώσεις.

(2)  Δεύτερο είναι το στοιχείο του περιβάλλοντος.  Εργατικές ενώσεις συστήνονται μόνο σε χώρες που έχουν μια διαρκή (μόνιμη), ελεύθερη τάξη εργαζομένων.  Χωρίς το στοιχείο της επαγγελματικής διάρκειας δεν υπάρχει ώθηση για τη σύνδεση των εργαζομένων και χωρίς το στοιχείο της ελευθερίας δεν υπάρχει η ευχέρεια πραγματοποίησης της σύνδεσης.  Έτσι οι «νόμιμες» εργατικές ενώσεις σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς δεν εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μελών τους, αλλά περισσότερο τις επιδιώξεις της εξουσίας των αρχόντων του καθεστώτος.  Σ’ αυτές τις χώρες ιδρύονται συχνά μη αναγνωρισμένες από το καθεστώς ή εντελώς παράνομες εργατικές ενώσεις που χρησιμοποιούν διάφορους μη συμβατικούς τρόπους υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων.

(3)  Τρίτο είναι το κριτήριο των αντικειμενικών επιδιώξεων.  Οι επιδιώξεις πρέπει να αφορούν βασικά τις εργασιακές σχέσεις, μπορεί όμως (και αυτό είναι θεμιτό) να επεκτείνονται στον ευρύτερο πολιτικό χώρο.  Το βασικό όμως κριτήριο είναι οι επιδιώξεις τους να αφορούν άμεσα στα συμφέροντα των μελών τους οικονομικά, κοινωνικά ή πολιτικά.  Πολλές φορές οι εργοδότες ή το κράτος παρεμβαίνουν και με διάφορους τρόπους επηρεάζουν την ηγεσία μιας εργατικής ένωσης ώστε ουσιαστικά να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.  Έτσι δημιουργούνται τα νόθα «εργοδοτικά» σωματεία εργαζομένων (βλ. λέξη).

Στην Ελλάδα τα θέματα των εργατικών ενώσεων ρυθμίστηκαν νομοθετικά με το Ν. 1264/82  «Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων».

Ηθική τάξη:  Ο όρος ηθική τάξη (moral order) χρησιμοποιείται για να επισημάνει το σύστημα αξιών και κανόνων που ρυθμίζουν την κοινωνική συμπεριφορά σε μιαν ομάδα ή σε μια κοινωνία.  Ο R.C. Angeli στο έργο του Free Society and Moral Crisis ορίζει την ηθική τάξη ως «τον τρόπο οργάνωσης του δέοντος» και συγκαταλέγει στην «ανατομία της ηθικής τάξης» το σύνολο των αξιών, των κανόνων, του δικαίου και των θεσμών.

Καπιταλισμός:  Ο όρος καπιταλισμός ή κεφαλαιοκρατία σημαίνει ένα οικονομικό σύστημα, στο οποίο το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής ζωής και ιδιαίτερα η κυριότητα των μέσων παραγωγής και οι επενδύσεις στα αγαθά αυτά γίνονται με ιδιωτική (και όχι κρατική) πρωτοβουλία και με κίνητρο το κέρδος.

Η λέξη capital (κεφάλαιο) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως ουσιαστικό στις αρχές του 17ου αιώνα.  Ο λεξικογράφος Cortrave έδωσε το 1680 τον εξής ορισμό: «capital = πλούτος, αξία, απόθεμα, ό,τι κυριότερο κατέχει ένας άνθρωπος, ουσία».  Από τη λέξη capitalπροήλθε η λέξη capitalist – καπιταλιστής: ο ιδιοκτήτης του κεφαλαίου, την οποία μεταχειρίσθηκε ο ArthurYoung ήδη από το 1792.  Το 1867 ο Marx ονόμασε το βασικό σύγγραμμά του Das Kapital (Το Κεφάλαιο), συχνότερα όμως χρησιμοποιούσε την έκφραση bourgeoisie (η αστική τάξη ή μπουρζουαζία) και όχι τον όρο capitalists.

Συχνά θεωρείται ότι ο καπιταλισμός διανύει τρία διαδοχικά στάδια.  Αρχίζει ως εμπορικός καπιταλισμός (commercial capitalism), κατά τον οποίο στις συναλλαγές δεσπόζουν οι επιχειρηματίες (έμποροι) μεγάλης κλίμακας.  Ακολουθεί το στάδιο του βιομηχανικού καπιταλισμού (industrial capitalism), στο οποίο δεσπόζουν οι ιδιοκτήτες μεγάλων εργοστασίων, ορυχείων και άλλων βιομηχανικών επιχειρήσεων.  Τέλος εισέρχεται στο στάδιο του χρηματικού καπιταλισμού (financial capitalism) όπου ο έλεγχος περιέρχεται διαρκώς περισσότερο στους τραπεζίτες και χρηματιστές, που επιβάλλονται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις στις οποίες διοχετεύουν χρήματα ή στους μεγαλοκεφαλαιούχους, που επενδύουν κεφάλαια ενώ είναι άσχετοι με τη διεύθυνση των επιχειρήσεων, από τις οποίες όμως αντλούν κέρδη.  Καθένα από τα στάδια αυτά ασφαλώς δεν αποκλείει το άλλο.  Το αρχικό στάδιο του καπιταλισμού δεν παύει να υπάρχει και όταν έχει επιβάλει την υπεροχή του το τελευταίο.

Συχνά αναφέρεται και ένα τέταρτο είδος καπιταλισμού, που εμφανίζεται κυρίως σε μη αναπτυγμένες οικονομίες ή σε καπιταλιστικές οικονομίες σε περιόδους κρίσεων με τη μορφή κρατικής παρέμβασης.  Η μορφή αυτή καπιταλισμού αποδίδεται συνήθως ως προστατευτικός καπιταλισμός (protected capitalism) και στην πραγματικότητα είναι νόθος καπιταλισμός (διαστρεβλωμένος) που οδηγεί σε μονοπωλιακό οικονομικό σύστημα.

Όσο Κόμμα:και αν αυτό είναι παράδοξο ο όρος καπιταλισμός έγινε ευρύτερα γνωστός χάρη στους σοσιαλιστές, οι οποίοι ονόμασαν έτσι το σύστημα εναντίον του οποίου στρέφονταν.  Σύμφωνα με τις απόψεις τους οι ιδιώτες ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, χρησιμοποιούν τα μέσα αυτά για να αποκτούν κέρδος (υπεραξία) πληρώνοντας τους εργαζόμενους λιγότερο από αυτό που είναι η πλήρης αξία του προϊόντος της εργασίας τους. 

Κόμμα: Ο όρος κόμμα γενικά, αλλά και οι όροι παράταξη, ομάδα πίεσης (lobby), κλίκα (clique), σημαίνουν εθελοντικές ενώσεις προσώπων για τον επηρεασμό της διακυβέρνησης.  Σύμφωνα με τον κλασσικό ορισμό του Weber «κόμμα είναι μια εθελοντικά συγκροτημένη κοινωνία προπαγάνδας και διέγερσης (agitation), που αποβλέπει στην απόκτηση ισχύος για να εφαρμόσει αλλαγές για χάρη των ενεργών μελών του , ώστε να πραγματοποιηθούν οι αντικειμενικές τους επιδιώξεις ή τα προσωπικά τους ωφελήματα ή και τα δύο».  Πρέπει πάντως να ληφθεί υπόψη ότι ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει τα ολοκληρωτικά (totalitarian) κόμματα, των οποίων οι μέθοδοι (πέρα από την προπαγάνδα και τη διέγερση) περιλαμβάνουν και τον υλικό καταναγκασμό.  Ο M. Duverger στο έργο του Introduction á la politique, τονίζει ότι «η ανάπτυξη των πολιτικών κομμάτων συνδέεται με την ανάπτυξη της σύγχρονης πολιτικής δημοκρατίας…

Τα σύγχρονα αυταρχικά καθεστώτα αντικατέστησαν τη δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων με το σχήμα του μοναδικού κόμματος.  Αυτό το σύστημα αποτελεί κάτι το διαφορετικό και το αντίθετο προς το φυσιολογικό.  Ως οργανώσεις πολιτικού αγώνα τα κόμματα πρέπει να είναι πολλά, εξ ορισμού.  Για να υπάρξει αγώνας, πρέπει να υπάρξουν τουλάχιστον δυο αντίπαλοι.  Το μοναδικό κόμμα έχει την τάση να καταπαύει τις διαμάχες και να τις αντικαθιστά με τη συμφωνία.  Αλλά κι αυτό πολεμά τους αντιπάλους του καθεστώτος και το σύστημα καταλήγει να αρνείται στους τελευταίους το δικαίωμα να οργανωθούν σε κόμμα και να επιφυλάσσει στα στηρίγματα της εξουσίας τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν αυτόν τον τύπο οργάνωσης.»


Προηγούμενη: Κοινωνικό Λεξικό
Επόμενη: Λεξικό Λ - Ω