Λεξικό Λ - Ω

 

#

Νεποτισμός: Νεποτισμός (nepotism) ή οικογενειοκρατία είναι η τακτική ενός δημόσιου αξιωματούχου να διορίζει έναν ή περισσότερους στενούς συγγενείς του στη δημόσια υπηρεσία ή να τους απονέμει άλλου είδους εύνοιες είτε για να ενισχύσει το κοινωνικό γόητρο της οικογένειας, είτε για να αυξήσει τα εισοδήματά της. Το στοιχείο της οικογενειακής σχέσης είναι αυτό που διαχωρίζει το νεποτισμό από τις ευρύτερες, αλλά στενά συνδεόμενες έννοιες της ευνοιοκρατίας και των ρουσφετιών (spoils).
Είναι πιθανό ότι ο όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να χαρακτηρίσει την κατανομή της εξουσίας και των πριγκιπάτων από τον Πάπα στους φυσικούς του γιους – που ευφημιστικά αποκαλούνταν «ανιψιοί» [nepos στα λατινικά σήμαινε αρχικά εγγονός και κατόπιν ανιψιός ή και απόγονος]. (L.D. White: “Spoils System”, Encyclopedia of the Social Sciences. The Macmillan Co., New York, 1934).
Ο όρος νεποτισμός είναι δυσφημιστικός και περιφρονητικός όταν εφαρμόζεται για να χαρακτηρίσει την τακτική ενός δημόσιου προσώπου που τοποθετεί συγγενείς του στο κρατικό μισθολόγιο, αλλά δεν εφαρμόζεται στην καθιερωμένη πρακτική των επιχειρηματιών να διορίζουν συγγενείς στη δική τους επιχείρηση.

Νόθο εργατικό συνδικάτο (ή «εργοδοτικό»):  Η σωματειακή οργάνωση και η συλλογική δράση εργοδοτών και εργαζόμενων στη σύγχρονη, ορθολογική και ανταγωνιστική διάταξη των υποκειμένων της εργασίας, είναι οργάνωση και δράση αντιμαχόμενων ομάδων.  Νομικά αυτό εξηγείται από την αντίθεση των συμφερόντων και στο Ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο εκφράζεται με τη ρητή απαγόρευση της συγκρότησης μικτών σωματείων (άρθρο 14 παρ. 3 Ν. 1264/82), σωματείων δηλ. στα οποία συμμετέχουν εργοδότες και εργαζόμενοι.

Στην πράξη όμως ορισμένοι εργαζόμενοι συνδικαλιστές οι οποίοι έχουν ιδεολογική ή άλλου τύπου σχέση μετους εργοδότες συμμετέχουν σε εργατικές ενώσεις (βλ. λέξη) προσκείμενες στις θέσεις της εργοδοσίας (νόθα ή εργοδοτικά συνδικάτα).  Τα σωματεία αυτά έχουν φανερές ή συγκαλυμμένες κοινές επιδιώξεις με τους εργοδότες και τα στελέχη τους καταλαμβάνουν τις υψηλότερες ιεραρχικά θέσεις στις επιχειρήσεις.  Οι εκπρόσωποι των νόθων συνδικάτων είναι εξ αντικειμένου αντίθετοι με την ύπαρξη γνήσιου συνδικαλιστικού κινήματος και θεωρούν ως κύριους ταξικούς αντίπαλους τους συνειδητοποιημένους εργαζόμενους.

Τα νόθα εργατικά συνδικάτα απομονώθηκαν στη διάρκεια της ιστορίας από την εργατική τάξη (βλ. λέξη), αν και σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο αθέμιτες μεθόδους κατάφεραν να διατηρηθούν για κάποιο χρόνο.

Ρατσισμός:  Ο ρατσισμός αποδέχεται ως δόγμα ότι υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ φυλετικών και πολιτιστικών γνωρισμάτων και ότι ορισμένες φυλές (races) είναι εγγενώς ανώτερες από άλλες. 

Ως έννοια ο ρατσισμός είναι ακραία μορφή φυλετικής προκατάληψης.  Το θεωρητικό υπόβαθρό του παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο έργο του A. deGobeneauEssaisurlinégalité desraceshumaines (Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών) που εκδόθηκε το 1853.

Η R. Benedict ορίζει το ρατσισμό ως «… το δόγμα ότι μια εθνική ομάδα (ethnicgroup) έχει καταδικαστεί από τη φύση σε κληρονομική κατωτερότητα»  (Race, Science and Politics, NewYork, Viking Press, 1943, σελ. 98).

Ο ρατσισμός στην έννοια της φυλής (ράτσας) εντάσσει αδιάκριτα διάφορες μη βιολογικές ενότητες, όπως είναι οι θρησκευτικές αιρέσεις και οι εθνικές, γλωσσικές ή πολιτιστικές ομάδες.  Γι αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως εξαιρετικά σφοδρή μορφή εθνοκεντρισμού.

Κατά τον  20ο αιώνα ο ρατσισμός διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην εσωτερική και τη διεθνή πολιτική πολλών χωρών και στο δόγμα των Ναζί περί «αρίας φυλής» στηρίχτηκε ο αφανισμός 6.000.000 Ισραηλιτών.

Συμμετοχή: Σύμφωνα με την κρατούσα κοινωνική και νομική αντίληψη ως συμμετοχή χαρακτηρίζεται η σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων ατόμων για τέλεση ορισμένου αδικήματος. Κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρα 45-48) οι ευθύνες των συμμετόχων διαχωρίζονται ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής τους. Έτσι οι συμμέτοχοι διακρίνονται σε συναυτουργούς, ηθικούς αυτουργούς και συνεργούς.  Η έννοια της συμμετοχής περιλαμβάνει και τα πρόσωπα εκείνα τα οποία ενώ τελούν εν γνώσει συγκεκριμένου αδικήματος εν τούτοις όχι μόνο δεν το καταγγέλλουν αλλά αντίθετα επωφελούνται από τη διάπραξή του, π.χ. αγοράζουν ένα όχημα ενώ γνωρίζουν ότι είναι κλεμμένο.

Αν ο συμμέτοχος ανήκει σε ειδική επαγγελματική κατηγορία (είναι π.χ. γιατρός), τότε πέρα από την ποινική διαδικασία που αφορά σε όλους τους συμμετόχους (π.χ. παράβαση καθήκοντος) ενδέχεται να αντιμετωπίσει και ειδική πειθαρχική δίωξη (π.χ. για έμπρακτη αντισυναδελφική συμπεριφορά).

 

Ταμπού (Taboo).  Ο πολυνησιακής προέλευσης αυτός όρος χρησιμοποιείται σήμερα ευρέως για να δηλώσει συναφή φαινόμενα που παρατηρήθηκαν ή παρατηρούνται  σε όλες τις κοινωνίες και συγκεκριμένα: (1) την απαγόρευση μιας πράξης ή χρήσης ενός αντικειμένου, η οποία βασίζεται στον τελετουργικό χαρακτηρισμό ως ιερής πράξης ή καθαγιασμένου αντικειμένου - είτε αντίθετα ως καταραμένης πράξης ή ακάθαρτου αντικειμένου – Σε ορισμένες κοινωνίες ο όρος ταμπού αναφέρεται σε αντικείμενα, πρόσωπα ή συμπεριφορές που θεωρούνται επικίνδυνα για τα μέλη της κοινότητας.  (2) Κατ’ επέκταση αναφέρεται στην απαγόρευση της χρήσης μιας λέξης εξαιτίας κοινωνικών, θρησκευτικών ή πολιτιστικών περιορισμών.Η λέξη ταμπού πρωτοεισήχθη στις Ευρωπαϊκές γλώσσες μετά το τρίτο ταξίδι του πλοιάρχου Κουκ.  Οι παρατηρήσεις που είχαν γίνει στην Πολυνησία – ως προς τη συμπεριφορά απέναντι στους αρχηγούς, στα θύματα των ανθρωποθυσιών, στα πρόσωπα που είχαν αγγίξει ένα νεκρό σώμα – προσέδωσαν στη λέξη ταμπού την έννοια του «αφιερωμένου» ή «αυτού που δεν πρέπει να αγγιχτεί» (J. Cook: Journal of Captain Cooks Last Voyager to the Pacific.  1st edition 1781).Όμως στην κοινωνιολογία και ειδικότερα στην ανθρωπολογία ο όρος ταμπού προσέλαβε πολύ γρήγορα μια γενικευμένη σημασία, πολύ πιο πέρα από τον εθνογραφικό χώρο της Ωκεανίας.Μεγάλη προσοχή έχει δοθεί στη δυαδικότητα (duality), που θεωρείται ότι είναι σύμφυτη με την έννοια του ταμπού.  Έτσι η ιδιότητα του οσίου ή ιερού έχει συνδυαστεί αμφιμονοσήμαντα με την ιδιότητα του απαγορευμένου, του ακάθαρτου ή του επικίνδυνου.  Μια διαφορετική μορφή δυαδικότητας διέκρινευ ο S. Freud (Τοτέμ και Ταμπού.  1η έκδοση 1950), ο οποίος αντιλαμβανόταν το ταμπού ως μια σειρά κοινωνικών κανόνων, που εξοπλίζονται με μια μυστικιστική κύρωση για να αποτρέπονται τα άτομα να ενεργούν πράξεις προς τις οποίες έχουν σφοδρή ασυνείδητη κλίση.  Ο Freud άμεσα εφάρμοσε την άποψη αυτή στο καθολικότερο από όλα τα ταμπού, το ταμπού της αιμομιξίας που απαγορεύει τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ στενών εξ αίματος συγγενών.

Φονταμενταλισμός (fundamentalism):  Όρος που χρησιμοποιείται κυρίως στις ΗΠΑ και τον Καναδά για να υποδηλώσει την απόλυτη συντηρητική προσήλωση σε ένα αυστηρό πλαίσιο κανόνων μιας θρησκείας ή μιας ιδεολογίας.Εκκινώντας από αυτή την αφετηρία ο όρος απέκτησε ευρύτερη θρησκειολογική – κοινωνιολογική διάσταση για να εκφράσει το φαινόμενο της αναβίωσης της θρησκευτικής πίστης με αναγωγή στις ρίζες του θρησκευτικού δόγματος και την επιβολή των κανόνων της θρησκείας στην οργάνωση της κοινωνίας, φαινόμενο που στην εποχή μας εκφράζεται κυρίως με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.Σημειώνεται πως ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 20ού αιώνα από μιαν αμερικανική χριστιανική αίρεση και οφείλει την καταγωγή του στο δωδεκάτομο έργο των προτεσταντών Μίλτον και Λάιτμαν Στιούαρντ The Fundamentals  (Τα Θεμέλια) που εκδόθηκε το 1909 και πούλησε συνολικά 3 εκατομμύρια αντίτυπα, αριθμό – ρεκόρ στην εποχή του.  Το βιβλίο αυτό ήταν αντίδραση στην τότε μόλις εμφανισθείσα θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου και παρότρυνε σε μιαν επιστροφή στις θεμελιώδεις αξίες της πίστης και στις παραδοσιακές ερμηνείες του θρησκευτικού δόγματος.

Ψήφος (ψηφοδέλτιο): Στην πολιτική επιστήμη ο όρος ψήφος χρησιμοποιείται με την ίδια σημασία όπως και ο όρος ψηφοφορία για να υποδηλώσει τη διαδικασία με την οποία καταχωρίζονται οι προτιμήσεις των εκλογέων (ψηφοφόρων).Συνήθως ο όρος σημαίνει επίσης και το έντυπο (ψηφοδέλτιο) που περιέχει τα ονόματα των υποψηφίων για κάποιο αξίωμα ή τη διατύπωση μιας πρότασης την οποία ο ψηφοφόρος καλείται να επιδοκιμάσει ή να αποδοκιμάσει (δημοψήφισμα)Στα δημοκρατικά συστήματα έχουν ληφθεί τέτοια μέτρα και η ψηφοφορία διεξάγεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο ψηφοφόρος μπορεί ελεύθερα και μυστικά να επιλέξει ανάμεσα σε γνήσιες εναλλακτικές λύσεις (genuine alternatives).
Τυπική «ψηφοφορία» μπορεί να γίνεται και σε συστήματα που δεν έχουν δημοκρατική δομή, όπου υπάρχει ένα μόνο κόμμα ή μια μόνη παράταξη και όπου οι ασκούμενες πιέσεις καθιστούν ανέφικτη τη μυστικότητα της ψήφου (πολιτική βία) ή αλλοιώνεται το αποτέλεσμα κατά την καταμέτρηση (νοθεία).Στις Αγγλοσαξωνικές χώρες το μυστικό ψηφοδέλτιο εισήχθη κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, αφού χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αυστραλία το 1856, γι αυτό και μερικές φορές αποκαλείται Αυστραλιανό ψηφοδέλτιο (Australian Ballot).
Στην αρχαία Ελλάδα ο συνηθέστερος τρόπος ψηφοφορίας ήταν άμεσος και φανερός στη συνέλευση που συνεκαλείτο να αποφασίσει για κάποιο δημόσιο θέμα (αγορά, εκκλησία του δήμου κλπ.). Όσοι πολίτες είχαν δικαίωμα ψήφου ασκούσαν το δικαίωμα αυτό είτε «δια βοής» είτε «δι' αναστάσεως» (εγείρονταν από τις θέσεις τους και συγκροτούσαν κοινή ομάδα με τους ομοφρονούντες) είτε «δι ανατάσεως των χειρών (από όπου και ο όρος χειροτονία). Υπήρχαν όμως και μυστικοί τρόποι, ιδίως για θέματα που είχαν μικτή, πολιτική και προσωπική χροιά, όπως στην περίπτωση που ο δήμος είχε χάσει την εμπιστοσύνη ή και τη συμπάθεια προς τον αρχηγό, γεγονός που οδηγούσε στην υποχρεωτική απομάκρυνση του (εξοστρακισμό) από την Πολιτεία, χωρίς να έχει το χαρακτήρα ποινής, όπως η εξορία. Η ψηφοφορία αυτή γινόταν με όστρακα (θραύσματα πήλινων αγγείων) μέσα στα οποία γραφόταν το όνομα του εξοστρακιστέου.
Στη νεώτερη Ελλάδα το σύνταγμα του 1833 είχε καθιερώσει το ψηφοδέλτιο , το οποίο όμως καταργήθηκε ως ελαττωματικός τρόπος ψηφοφορίας με το άρθρο 66 του Συντάγματος του 1864, το οποίο επέβαλε το σφαιρίδιο (μικρός βώλος από μολύβι). Το Σύνταγμα του 1911 επέτρεψε στο νόμο να ορίζει το μέσο ψηφοφορίας και το σφαιρίδιο καταργήθηκε για τις δημοτικές εκλογές του 1912 και μετά δέκα χρόνια για τις βουλευτικές εκλογές.

Προηγούμενη: Λεξικό Α - Κ
Επόμενη: Ωροσκόπιο